Η ιστορία του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας (ΚΚΕ) κατά τις κρίσιμες δεκαετίες του 20ού αιώνα αναδεικνύει μια πορεία πλήρους ρήξης με τα εθνικά συμφέροντα και μια διαρκή ταύτιση με αυτό που χαρακτηρίζεται ως «βαλκανικός ή παγκόσμιος κομμουνιστικός ιμπεριαλισμός». Η πολιτική του δεν υπήρξε απλώς μια ιδεολογική διαφωνία, αλλά μια ενεργή υπονόμευση των εθνικών δικαίων, η οποία εκφράστηκε μέσα από την πλήρη υποταγή σε ξένα κέντρα αποφάσεων.
Ήδη από τα χρόνια του Μεσοπολέμου, το κόμμα απέρριψε κατηγορηματικά τις θεμελιώδεις εθνικές διεκδικήσεις για τη Βόρεια Ήπειρο, τα Δωδεκάνησα και την Κύπρο. Υπό το πρίσμα της κομματικής γραμμής, οι διεκδικήσεις αυτές θεωρήθηκαν «ιμπεριαλιστική εξόρμηση» και «εξαπάτηση των μαζών». Χαρακτηριστική ήταν η στάση του απέναντι στο Κυπριακό: το 1929, το ΚΚΕ προέτρεπε τους Κυπρίους να αγωνιστούν ενάντια στην προοπτική της ένωσης με την Ελλάδα, προβάλλοντάς την ως υποταγή στον «ελληνικό ιμπεριαλισμό».
Οι εθνικές παραχωρήσεις έλαβαν τον πιο ακραίο χαρακτήρα τους στο Μακεδονικό ζήτημα. Το κόμμα όχι μόνο δεσμεύτηκε να αναγνωρίσει «Σλαβομακεδονική» μειονότητα, αλλά υποστήριξε ενεργά τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου «Σλαβομακεδονικού Κράτους της Μακεδονίας του Αιγαίου». Στο πλαίσιο αυτό, εκχώρησε την πολιτική διοίκηση κρίσιμων περιοχών, όπως της Καστοριάς, της Φλώρινας και της Έδεσσας, στην κομμουνιστική οργάνωση των Σλαβομακεδόνων (ΝΟΦ), δεσμευόμενο παράλληλα για την αποκλειστική διδασκαλία της «σλαβομακεδονικής» γλώσσας στις περιοχές αυτές.
Όταν η χώρα βυθίστηκε στη δίνη του Εμφυλίου Πολέμου, η εξάρτηση του ΚΚΕ από τον ξένο παράγοντα μετατράπηκε σε οργανωτική και στρατιωτική αναγκαιότητα. Η Σοβιετική Ένωση ανέλαβε ρόλο «Οργανωτή», με το ΚΚΕ να μετατρέπεται σε πειθήνιο «όργανον» εξυπηρέτησης αλλότριων συμφερόντων. Οι γειτονικές Λαϊκές Δημοκρατίες —η Γιουγκοσλαβία, η Αλβανία και η Βουλγαρία— λειτούργησαν ως απόλυτοι «Ενισχυτές» του Δημοκρατικού Στρατού. Παρείχαν στους μαχητές του ΚΚΕ άφθονο πολεμικό υλικό, οργανωμένη διατροφή, στρατόπεδα-νοσοκομεία στα εδάφη τους, καθώς και ασφαλές καταφύγιο υποχώρησης. Επιπλέον, το κόμμα φέρεται να διευκόλυνε τις βουλγαρικές επεκτατικές βλέψεις στη Μακεδονία και τη Θράκη, συνεργαζόμενο στενά με πράκτορες της Σόφιας.
Το τίμημα αυτής της εμφύλιας σύγκρουσης υπήρξε δυσβάσταχτο για το έθνος. Ανάμεσα στον Απρίλιο του 1946 και τον Αύγουστο του 1949, οι στρατιωτικές απώλειες υπήρξαν βαρύτερες και από εκείνες του Έπους του '40: 1.025 αξιωματικοί και 14.535 οπλίτες έπεσαν νεκροί, ενώ δεκάδες χιλιάδες έμειναν ανάπηροι. Στον άμαχο πληθυσμό, καταγράφηκαν 4.123 σφαγιασθέντες πολίτες, 165 δολοφονημένοι κληρικοί και 700.000 άνθρωποι ξεριζώθηκαν ως συμμοριόπληκτοι. Η πιο σκοτεινή πτυχή, ωστόσο, υπήρξε το «παιδομάζωμα», με 28.000 παιδιά και 20.000 πολίτες να απάγονται και να μεταφέρονται βίαια στα στρατόπεδα των κομμουνιστικών χωρών. Μαζί με τις 70.000 απώλειες από την πλευρά των ανταρτών, υπολογίζεται ότι η σύγκρουση αυτή στοίχισε τη ζωή, την υγεία και την ελευθερία σε συνολικά 170.000 ανθρώπους.
Μέσα σε αυτό το κλίμα ολέθρου, η αποσύνθεση χτύπησε και τον ίδιο τον πυρήνα του κόμματος. Σε μια έξαρση εσωτερικών εκκαθαρίσεων, το ΚΚΕ στράφηκε ενάντια στα ίδια του τα «παιδιά». Σχεδόν σύσσωμη η ιστορική του ηγεσία —ονόματα όπως ο Άρης Βελουχιώτης, ο Γεώργιος Σιάντος, ο Μάρκος Βαφειάδης, μέχρι και ο ίδιος ο Νίκος Ζαχαριάδης— λοιδορήθηκε από τους άλλοτε συντρόφους της, με το κόμμα να τους στιγματίζει ως «χαφιέδες της Ασφαλείας», πράκτορες και διεφθαρμένους.
Εν τέλει, η πορεία του ΚΚΕ εκείνη την περίοδο αποτυπώνεται ως μια τραγωδία στρατηγικών επιλογών που δεν κατέστρεψαν μόνο τις δομές της χώρας και τον κοινωνικό της ιστό, αλλά κατασπάραξαν και την ίδια του την ηγεσία, αφήνοντας μια ανεξίτηλη πληγή στη σύγχρονη ελληνική ιστορία.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου