Το Φόντο της Ερήμου: Η Κοιλάδα Μπεκάα, το Παλαιστινιακό Μέτωπο και η Σκληρή Πραγματικότητα της Αντίστασης
Ο ήλιος πάνω από την κοιλάδα Μπεκάα δεν ανατέλλει απλώς· χτυπάει το χώμα σαν σφυρί πάνω σε αμόνι. Εκεί, στις αρχές της δεκαετίας του ’70, η σκόνη της ερήμου μπερδευόταν με την κάπνα του φτηνού καπνού και τη μυρωδιά του λαδιού των όπλων. Στα στρατόπεδα εκπαίδευσης των Fedayin, η γεωγραφία είχε χάσει τη σημασία της. Ήταν η Μέκκα μιας παγκόσμιας, οργισμένης γενιάς που είχε πιστέψει ότι η επανάσταση δεν ήταν θεωρία στα αμφιθέατρα, αλλά μια σφαίρα στη θαλάμη.
Ανάμεσα στους Γερμανούς της Baader-Meinhof, τους Γιαπωνέζους του Κόκκινου Στρατού και τους Γάλλους ριζοσπάστες, υπήρχαν και μερικά πρόσωπα με καθαρά μεσογειακά χαρακτηριστικά. Νεαροί που είχαν φύγει από την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη ή τα χωριά της Κύπρου. Για τον έξω κόσμο, η Ελλάδα των συνταγματαρχών ήταν ένας τουριστικός προορισμός υπό στρατιωτικό νόμο. Για αυτούς τους λίγους, όμως, η Χούντα ήταν απλώς το τοπικό υποκατάστημα του ίδιου εχθρού που βομβάρδιζε τους προσφυγικούς καταυλισμούς στον Λίβανο.
Το ταξίδι γινόταν πάντα στο σκοτάδι. Ένα πλαστό διαβατήριο, ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή για τη Βηρυτό, μια επαφή σε ένα παραθαλάσσιο καφενείο και μετά, η καρότσα ενός φορτηγού που ανηφόριζε στα βουνά.
Στα στρατόπεδα του Λαϊκού Μετώπου για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PFLP) του Τζορτζ Χαμπάς, η ρομαντική αυταπάτη της Μεταπολίτευσης πέθαινε την πρώτη κιόλας εβδομάδα. Δεν υπήρχαν ποιήματα, ούτε αφίσες του Τσε Γκεβάρα. Υπήρχε μόνο η εξαντλητική πειθαρχία της ερήμου. Οι Έλληνες εθελοντές, μαθημένοι στην παράνομη φυλλάδα και την προκήρυξη, έπρεπε να μάθουν να λύνουν ένα σοβιετικό AK-47 με κλειστά μάτια, να υπολογίζουν τα γραμμάρια της πλαστικής εκρηκτικής ύλης και να επιβιώνουν με μια χούφτα ελιές και ξερό ψωμί.
Ο Χαμπάς, ένας χριστιανός ορθόδοξος παιδίατρος που είχε μετατραπεί σε μαρξιστή αντάρτη, γοήτευε τους Έλληνες. Η ανάλυσή του ήταν καθαρή, σχεδόν μαθηματική: «Για να χτυπήσεις τη Χούντα στην Αθήνα, πρέπει να κόψεις τις αρτηρίες του ιμπεριαλισμού στη Μέση Ανατολή». Η keffiyeh δεν ήταν πια ένα παραδοσιακό μαντήλι· είχε γίνει η στολή ενός ακήρυχτου, παγκόσμιου εμφυλίου.
Όμως, η ιστορία στα στρατόπεδα της ερήμου δεν γράφτηκε με μεγάλες στρατιωτικές νίκες. Οι Έλληνες δεν σχημάτισαν ποτέ δικές τους ταξιαρχίες, ούτε βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή των ανοιχτών συγκρούσεων με τον ισραηλινό στρατό. Η πραγματική τους αποστολή ήταν άλλη, πολύ πιο αθόρυβη και σκοτεινή. Ήταν η μεταφορά τεχνογνωσίας, η δημιουργία ασφαλών σπιτιών στην Ευρώπη, τα δίκτυα πλαστογράφησης και η προετοιμασία των δομών για το «χτύπημα» που θα ερχόταν στην πατρίδα.
Η πιο καθαρή, και ίσως η πιο τραγική προσωποποίηση αυτής της μυστικής σύνδεσης, ήταν ο Γιώργος Τσικουρής. Ένας Κύπριος φοιτητής, μπαρουτοκαπνισμένος από τις επαφές του με το παλαιστινιακό κίνημα, που έβλεπε τα στρατόπεδα του Λιβάνου ως το μοναδικό σχολείο για την ελευθερία της δικής του πατρίδας. Τον Σεπτέμβριο του 1970, ο Τσικουρής επέστρεψε στην Αθήνα. Μαζί με την Ιταλίδα σύντροφό του, Έλενα Αντζελόνι, επιχείρησαν να τοποθετήσουν μια ισχυρή βόμβα μέσα σε ένα αυτοκίνητο, ακριβώς έξω από την αμερικανική πρεσβεία. Ο μηχανισμός, κατασκευασμένος με τις τεχνικές που διδάσκονταν στις ερήμους της Fedayin, εξερράγη πρόωρα. Το αυτοκίνητο έγινε μια άμορφη μάζα σιδερικών, παίρνοντας μαζί του τη ζωή των δύο νέων.
Όταν το 1974 η Χούντα κατέρρευσε και η Ελλάδα μπήκε στην εποχή της Μεταπολίτευσης, όσοι επέστρεψαν από τα στρατόπεδα της Μέσης Ανατολής κρατούσαν το στόμα τους κλειστό. Η εμπειρία της ερήμου έγινε ένας ψίθυρος στα πίσω τραπέζια των εξαρχειώτικων μπαρ, ένα αόρατο παράσημο για λίγους.
Το επίσημο κράτος προτίμησε να ξεχάσει αυτή τη σκοτεινή ροή, ενώ η εγχώρια αριστερά την έντυσε με τον μανδύα του μύθου. Όμως, πίσω από τις υπερβολές και τις φήμες, η αλήθεια παραμένει γραμμένη στο ξερό χώμα της κοιλάδας Μπεκάα: για ένα σύντομο φεγγάρι, η ελληνική αντίσταση δεν μιλούσε μόνο τη γλώσσα των πολιτικών μανιφέστων, αλλά είχε τη γεύση της σκόνης της ερήμου και την ψυχρή αφή ενός Kalashnikov.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου