Η ιστορία της ελληνικής Δεξιάς και του παλαιστινιακού κινήματος δεν γράφεται στα χαρακώματα της ερήμου με Kalashnikov και επαναστατικά μανιφέστα. Γράφεται στα κλειστά, κλιματιζόμενα γραφεία της Αθήνας και του Ριάντ, με τη βαριά μυρωδιά του αργού πετρελαίου, των διπλωματικών ανταλλαγμάτων και των τραπεζικών εγγυήσεων. Οι μύθοι περί «εθνικιστών κομάντο» και φανταστικών ηρώων που θυσιάστηκαν το 1971 είναι απλώς ψηφιακά παράγωγα μιας σύγχρονης ανάγκης να εφευρεθεί ένας ρομαντικός, ένοπλος αντισημιτισμός εκεί που υπήρχε μόνο κυνική κρατική realpolitik.
Αν ξύσεις την επιφάνεια, η σχέση της συντηρητικής παράταξης —τόσο της δικτατορικής όσο και της μεταπολιτευτικής— με την PLO αποκαλύπτει ένα από τα πιο αδίστακτα παιχνίδια επιβίωσης στη σύγχρονη ελληνική ιστορία.
Το πρώτο μεγάλο κραχ της realpolitik συνέβη τον Οκτώβριο του 1973, κατά τη διάρκεια του πολέμου του Γιομ Κιπούρ. Στην Αθήνα, η στρατιωτική δικτατορία του Γεωργίου Παπαδόπουλου, ένα καθεστώς που γεννήθηκε και ανδρώθηκε με τις ευλογίες της CIA, βρέθηκε αντιμέτωπη με έναν απόλυτο γεωπολιτικό εκβιασμό. Οι αραβικές χώρες έκλεισαν τις στρόφιγγες του πετρελαίου προς τη Δύση, απειλώντας να τσακίσουν την ελληνική οικονομία.
Όταν οι Αμερικανοί απαίτησαν από τη Χούντα να χρησιμοποιήσουν τις βάσεις της Σούδας και του Ελληνικού για να ανεφοδιάσουν με όπλα το Ισραήλ, οι Συνταγματάρχες έκαναν μια θεαματική, υπόγεια προδοσία στους προστάτες τους: αρνήθηκαν. Δεν το έκαναν από ξαφνική αγάπη για τους Παλαιστίνιους Fedayin, τους οποίους de jure θεωρούσαν κομμουνιστικά σταγονίδια και συμμάχους της Μόσχας. Το έκαναν γιατί αν το ελληνικό κράτος ξέμενε από καύσιμα, οι γεννήτριες θα έσβηναν, τα τανκς θα ακινητοποιούνταν και το καθεστώς θα κατέρρεε εκ των έσω. Η ελληνική Δεξιά, στην πιο αυταρχική της εκδοχή, υποκλίθηκε κυνικά μπροστά στη γλώσσα του πετρελαίου.
Όταν το 1974 η δημοκρατία αποκαταστάθηκε από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, η «Γαλάζια» παράταξη πήρε αυτό το κυνικό μάθημα και το μετέτρεψε σε επίσημη εξωτερική πολιτική. Ο Καραμανλής, ένας βαθιά συστημικός, δυτικός πολιτικός, είχε έναν μεγάλο στρατηγικό στόχο: την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ. Για να το πετύχει αυτό, και ταυτόχρονα να θωρακίσει τη χώρα απέναντι στην Τουρκία μετά την τραγωδία της Κύπρου, χρειαζόταν απεγνωσμένα τη στήριξη του αραβικού μπλοκ στον ΟΗΕ.
Εδώ ξεκινά η πιο σκοτεινή πτυχή της μεταπολιτευτικής διπλωματίας. Για δεκαετίες, η Νέα Δημοκρατία κρατούσε το κράτος του Ισραήλ σε μια ταπεινωτική διπλωματική καραντίνα, αρνούμενη πεισματικά de jure (επίσημη) αναγνώριση στο Τελ Αβίβ. Την ίδια στιγμή, οι συντηρητικές κυβερνήσεις επέτρεπαν στην PLO του Αραφάτ να ανοίξει επίσημο γραφείο αντιπροσωπείας στην Αθήνα.
Ήταν ένα καθαρό ανατολίτικο παζάρι. Το αντάλλαγμα για τη διπλωματική απομόνωση του Ισραήλ ήταν οι χρυσές κατασκευαστικές συμβάσεις που εξασφάλιζαν οι μεγάλοι ελληνικοί επιχειρηματικοί όμιλοι στις χώρες του Κόλπου, οι σταθερές ροές φτηνού πετρελαίου και οι αραβικές ψήφοι ενάντια στην Άγκυρα. Χρειάστηκε να φτάσουμε στο 1990 και στην κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη για να σπάσει αυτό το εμπάργκο, όταν οι γεωπολιτικές ισορροπίες άλλαξαν και η Αθήνα συνειδητοποίησε ότι η συμμαχία με την Ουάσιγκτον περνούσε αναγκαστικά μέσα από την αναγνώριση του Ισραήλ.
Οι μύθοι για τους εθνικιστές εθελοντές που πέθαιναν στην έρημο είναι η βολική κουρτίνα που κρύβει αυτή τη σήψη. Η ελληνική Δεξιά δεν έστειλε ποτέ το αίμα της να πολεμήσει για την Παλαιστίνη· χρησιμοποίησε όμως το παλαιστινιακό δράμα ως ένα κυνικό νόμισμα. Εξαγόρασε την εθνική της ασφάλεια και τα οικονομικά συμφέροντα της εγχώριας ελίτ, αποδεικνύοντας ότι στην παγκόσμια σκακιέρα, οι ιδεολογίες και οι συμμαχίες είναι αναλώσιμες μπροστά στις ανάγκες του κράτους και του κεφαλαίου.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου