Στη γεωπολιτική σκακιέρα της ελληνικής Μεταπολίτευσης, ο Γιασέρ Αραφάτ ήταν μια φιγούρα μεγαλύτερη από τη ζωή. Όταν όμως τα επιβατηγά πλοία έφερναν τους κυνηγημένους μαχητές της PLO στον Πειραιά το 1982, η Αθήνα χωρίστηκε σε δύο στρατόπεδα αλληλεγγύης. Το ένα ήταν το κυβερνητικό μπαλκόνι του Ανδρέα Παπανδρέου, που εξαργύρωνε την υποδοχή σε διπλωματικό κεφάλαιο με τον αραβικό κόσμο. Το άλλο ήταν το οδόφραγμα του ΚΚΕ. Για τον Περισσό, ο Αραφάτ δεν ήταν ένας απλός σύμμαχος, αλλά ένας κρίσιμος μοχλός πίεσης στον παγκόσμιο αντιιμπεριαλιστικό χάρτη, μια ζωντανή απόδειξη ότι το ΝΑΤΟ και η Ουάσιγκτον μπορούσαν να πληγούν στην πίσω αυλή τους.
Όμως, αυτή η σχέση είχε από την αρχή μια σκοτεινή, υπόρρητη αντίφαση. Το ΚΚΕ, ευθυγραμμισμένο με τη σοβιετική γεωστρατηγική, έβλεπε το παλαιστινιακό ζήτημα μέσα από το πρίσμα του μαρξισμού-λενινισμού. Ο Αραφάτ, αντίθετα, ήταν ένας ιδεολογικός χαμαιλέοντας. Η Fatah δεν ήταν κομμουνιστικό κόμμα· ήταν ένα εθνικιστικό, πολυσυλλεκτικό δίκτυο. Ο Αραφάτ δεν δίσταζε να φλερτάρει με τις συντηρητικές, αμερικανόφιλες αραβικές μοναρχίες για να εξασφαλίσει πετροδόλαρα, την ίδια ώρα που εξόντωνε ή περιθωριοποιούσε τις γνήσιες μαρξιστικές συνιστώσες της PLO, όπως το PFLP του Τζορτζ Χαμπάς. Το ΚΚΕ τα γνώριζε όλα αυτά. Έκλεινε όμως τα μάτια στη σιωπηρή εξόντωση των Παλαιστινίων συντρόφων του, επειδή ο «χρήσιμος αστός εθνικιστής» Αραφάτ κρατούσε ακόμα το όπλο στραμμένο ενάντια στη Δύση.
Το μεγάλο κραχ ήρθε το 1993, και εκεί το αρχικό αφήγημα καταρρέει κάτω από το βάρος της αλήθειας. Η χειραψία του Αραφάτ με τον Γιτζάκ Ράμπιν στον κήπο του Λευκού Οίκου για τη Συμφωνία του Όσλο δεν ενίσχυσε τη σχέση του με το ΚΚΕ· τη δυναμίτισε.
Για το ΚΚΕ, το οποίο είχε μόλις βγει βαθιά πληγωμένο από τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και την εσωτερική του διάσπαση το '91, η κίνηση του Αραφάτ βιώθηκε σχεδόν ως μια ιδεολογική προδοσία. Ο Περισσός διέγνωσε αμέσως αυτό που οι άλλοι αρνούνταν να δουν: ότι το Όσλο ήταν μια συνθηκολόγηση. Κατήγγειλε τον Αραφάτ ότι υπέγραψε τη δημιουργία ενός παλαιστινιακού «μπαντουστάν» —μιας εικονικής αυτονομίας χωρίς κυριαρχία, χωρίς στρατό, χωρίς έλεγχο των συνόρων, όπου η νέα Παλαιστινιακή Αρχή θα λειτουργούσε ως ο εργολάβος ασφαλείας του Ισραήλ για την καταστολή των ίδιων των ριζοσπαστών Παλαιστινίων.
Από εκείνο το καλοκαίρι, οι επισκέψεις του Αραφάτ στην Αθήνα απέκτησαν μια παγερή διπλωματική αμηχανία. Ο Πρόεδρος πλέον Αραφάτ ερχόταν για να συναντήσει τις ελληνικές κυβερνήσεις, αναζητώντας απεγνωσμένα οικονομική βοήθεια και ευρωπαϊκή αναγνώριση για το θνησιγενές εγχείρημά του. Οι συναντήσεις του με την ηγεσία του ΚΚΕ είχαν μετατραπεί σε ένα θέατρο σκιών. Η προσωπική εκτίμηση παρέμενε ως διπλωματικό περιτύλιγμα, αλλά πίσω από τις κλειστές πόρτες, η κριτική του κόμματος ήταν αδυσώπητη. Το ΚΚΕ χρησιμοποιούσε πλέον το παλαιστινιακό αδιέξοδο για να επιβεβαιώσει τις δικές του δογματικές αναλύσεις, παρουσιάζοντας τον Αραφάτ ως το τραγικό παράδειγμα του τι συμβαίνει όταν ένας επαναστάτης συμβιβάζεται με τον ιμπεριαλισμό.
Όταν ο Αραφάτ πέθανε το 2004, αποκλεισμένος και δηλητηριασμένος στη Μουκάτα, η ιστορία έγραψε τον επίλογο μιας γεωπολιτικής αυταπάτης. Το ΚΚΕ δεν εγκατέλειψε την παλαιστινιακή υπόθεση, αλλά άλλαξε στρατηγική: πέταξε από πάνω του το φάντασμα της επίσημης διπλωματίας της Παλαιστινιακής Αρχής, η οποία είχε πλέον βουλιάξει στη διαφθορά και τον συμβιβασμό, και επέστρεψε στη βάση. Στοχοποίησε την ηγεσία του Μαχμούντ Αμπάς και στράφηκε ξανά στο πεζοδρόμιο, στους απλούς μαχητές της Δυτικής Όχθης και της Γάζας.
Η σκοτεινή αλήθεια είναι ότι η σχέση τους δεν ήταν ποτέ μια ανιδιοτελής συμμαχία. Ο Αραφάτ χρησιμοποίησε το ΚΚΕ για να διατηρεί τις γέφυρές του με το διεθνές κομμουνιστικό μπλοκ και την ελληνική αριστερή κοινή γνώμη, και το ΚΚΕ χρησιμοποίησε το κύρος της Keffiyeh του Αραφάτ για να συντηρεί το δικό του αντιδυτικό αφήγημα στο εσωτερικό της Ελλάδας. Όταν οι ανάγκες της επιβίωσης ανάγκασαν τον Αραφάτ να καθίσει στο τραπέζι των Αμερικανών, η κόκκινη γραμμή κόπηκε, αφήνοντας πίσω της μόνο την ψυχρή καταγραφή μιας ιστορικής διαφωνίας.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου