Αν θέλεις να καταλάβεις τη σχέση του Γιασέρ Αραφάτ με τον Λευκό Οίκο, πρέπει να ξεχάσεις τις επίσημες ανακοινώσεις του State Department. Για σχεδόν τρεις δεκαετίες, η Ουάσιγκτον είχε επικηρύξει τον Αραφάτ ως τον αρχιτεκτονικό εγκέφαλο της παγκόσμιας τρομοκρατίας. Για τους Αμερικανούς, ο άνθρωπος αυτός βρισκόταν πίσω από τις αεροπειρατείες των 70s, τη σφαγή των Ισραηλινών αθλητών στο Μόναχο το 1972 και, κυρίως, πίσω από τη δολοφονία του ίδιου του Αμερικανού Πρεσβευτή στο Χαρτούμ το 1973. De jure, ο Αραφάτ ήταν ο δημόσιος κίνδυνος νούμερο ένα. De facto, όμως, το παιχνίδι παιζόταν κάτω από το τραπέζι.
Ήδη από το 1973, η CIA —μέσω του σταθμάρχη της στη Βηρυτό, Ρόμπερτ Έιμς— είχε ανοίξει έναν άκρως απόρρητο δίαυλο επικοινωνίας με τον Άλι Χασάν Σαλαμέχ (τον θρυλικό "Red Prince"), τον αρχηγό ασφαλείας του Αραφάτ. Το κυνικό ντιλ ήταν απλό: η PLO θα προσέφερε προστασία στους Αμερικανούς πολίτες και διπλωμάτες στον Λίβανο από τις πιο ακραίες σιιτικές και μαρξιστικές οργανώσεις, και η Ουάσιγκτον, ως αντάλλαγμα, θα εγγυόταν την πολιτική επιβίωση του Αραφάτ. Αυτή η μυστική «ασφάλεια ζωής» ήταν που επέτρεψε στον Αραφάτ να γλιστράει μέσα από τα δίχτυα των μυστικών υπηρεσιών για χρόνια.
Η μεγάλη μεταστροφή του 1993 και η Συμφωνία του Όσλο δεν ήταν μια ξαφνική έκρηξη ειρηνόφιλου συναισθήματος. Ήταν η στιγμή που η Ουάσιγκτον, έχοντας κερδίσει τον Ψυχρό Πόλεμο, αποφάσισε να «εξημερώσει» τον αντάρτη. Ο Μπιλ Κλίντον χρειαζόταν μια ιστορική φωτογραφία στον κήπο του Λευκού Οίκου και ο Αραφάτ χρειαζόταν απεγνωσμένα έδαφος και χρήμα για να μην τον καταπιεί η ιστορία. Ο Αραφάτ έγινε δεκτός στον Λευκό Οίκο περισσότερες φορές από οποιονδήποτε άλλον ξένο ηγέτη κατά τη διάρκεια της θητείας του Κλίντον.
Όμως, το Όσλο είχε μια σκοτεινή ρήτρα που το κείμενό σου αποσιωπά: οι Αμερικανοί και οι Ισραηλινοί μετέτρεψαν την Παλαιστινιακή Αρχή σε έναν ιδιότυπο μηχανισμό ασφαλείας. Ο Αραφάτ πήρε όπλα, εκατομμύρια δολάρια και τη στήριξη της CIA (η οποία εκπαίδευε τις παλαιστινιακές υπηρεσίες ασφαλείας) με ένα και μοναδικό αντάλλαγμα: να καταστείλει τη Χαμάς και την Ισλαμική Τζιχάντ. Για λίγα χρόνια, ο Αραφάτ έκανε τη βρώμικη δουλειά της Ουάσιγκτον, φυλακίζοντας χωρίς δίκη τους ίδιους του τους συμπατριώτες.
Η ψευδαίσθηση διαλύθηκε το 2000 στο Καμπ Ντέιβιντ. Ο Κλίντον και ο Ισραηλινός Πρωθυπουργός Εχούντ Μπαράκ πίεσαν τον Αραφάτ να υπογράψει μια συμφωνία που θα έκλεινε οριστικά το παλαιστινιακό ζήτημα, χωρίς όμως να του δίνει την Ανατολική Ιερουσαλήμ και το δικαίωμα επιστροφής των προσφύγων. Ο Αραφάτ συνειδητοποίησε ότι αν υπέγραφε, θα επέστρεφε στη Ραμάλα ως προδότης και πιθανότατα θα δολοφονούταν από τον λαό του. Αρνήθηκε.
Η εκδίκηση της Ουάσιγκτον ήταν ακαριαία. Όταν ξέσπασε η Δεύτερη Ιντιφάντα, η κυβέρνηση του Τζορτζ Μπους του νεότερου τον «ξεέγραψε» οριστικά. Ο Μπους αρνήθηκε να του μιλήσει, τον χαρακτήρισε «ανίκανο να φέρει την ειρήνη» και έδωσε το πράσινο φως στον Αριέλ Σαρόν να τον αποκλείσει στα συντρίμμια της Μουκάτα.
Όταν ο Αραφάτ πέθανε το 2004 —μέσα σε ένα πέπλο μυστηρίου και υποψιών για δηλητηρίαση— η Ουάσιγκτον ανέπνευσε με ανακούφιση. Οι σχέσεις με την Παλαιστινιακή Αρχή «βελτιώθηκαν» όχι επειδή λύθηκε το πρόβλημα, αλλά επειδή η θέση του Αραφάτ καταλήφθηκε από τεχνοκράτες έτοιμους να διαχειριστούν την κατοχή, χωρίς τις απρόβλεπτες εκρήξεις του παλιού αντάρτη. Ο Αραφάτ χρησιμοποιήθηκε από την αμερικανική διπλωματία όσο ήταν χρήσιμος για να συγκρατεί τα πλήθη, και πετάχτηκε στα σκουπίδια όταν αρνήθηκε να υπογράψει την πλήρη συνθηκολόγηση του κινήματός του.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου