Η ιστορία του Γιασέρ Αραφάτ δεν γράφεται με τους όρους της αμνούς αλληλεγγύης που αναπαράγουν τα σχολικά βιβλία. Ήταν μια άσκηση επιβίωσης σε ένα δωμάτιο γεμάτο καθρέφτες, μαχαίρια και κυνική realpolitik. Για να παραμείνει ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης της Παλαιστίνης για τέσσερις δεκαετίες, ο άνθρωπος με τη στρατιωτική στολή και τη μόνιμη keffiyeh έπρεπε να είναι ταυτόχρονα επαναστάτης, διπλωμάτης, τύραννος και αδίστακτος λογιστής.
Το πρώτο μεγάλο ψέμα είναι η υποκρισία του αραβικού κόσμου. Οι αραβικές μοναρχίες και οι δικτατορίες της Μέσης Ανατολής δεν αγάπησαν ποτέ τον Αραφάτ· τον φοβούνταν. Για το Ριάντ, το Κάιρο και τη Δαμασκό, η PLO ήταν ένα χρήσιμο διαπραγματευτικό χαρτί απέναντι στη Δύση, αλλά και ένας επικίνδυνος ιός ριζοσπαστισμού που απειλούσε τα δικά τους καθεστώτα. Η αλήθεια είναι βαμμένη με παλαιστινιακό αίμα, όχι από ισραηλινές σφαίρες, αλλά από αραβικά χέρια. Ήταν ο βασιλιάς Χουσεΐν της Ιορδανίας που έσφαξε τους Παλαιστινίους στον Μαύρο Σεπτέμβρη του 1970, και ήταν ο Χαφέζ αλ Άσαντ της Συρίας που αιματοκύλησε τους προσφυγικούς καταυλισμούς στον Λίβανο, προσπαθώντας να υποτάξει τον Αραφάτ. Ο ηγέτης της PLO επιβίωνε χρηματοδοτώντας τον αγώνα του με πετροδόλαρα, παίζοντας το ένα αραβικό κράτος ενάντια στο άλλο, γνωρίζοντας καλά ότι πίσω από τους επίσημους εναγκαλισμούς κρυβόταν πάντα η προδοσία.
Την ίδια στιγμή, ο Αραφάτ έχτιζε τον μύθο του στον «Τρίτο Κόσμο» —εκεί που οι κακές μεταφράσεις βλέπουν την τρίτη ηλικία—. Από την Κούβα του Κάστρο μέχρι τη Νότια Αφρική του Μαντέλα, ο Αραφάτ έγινε ο απόλυτος ποπ σταρ του αντιιμπεριαλισμού. Αυτή η διεθνής νομιμοποίηση, που κορυφώθηκε με την ιστορική του εμφάνιση στον ΟΗΕ το 1974 με το κλαδί ελιάς και το όπλο, ήταν η ασπίδα του.
Όμως, η πιο σκοτεινή πτυχή της ιστορίας του βρίσκεται στο εσωτερικό του παλαιστινιακού κινήματος. Ο Αραφάτ δεν κυβέρνησε με δημοκρατικές διαδικασίες, αλλά με το δόγμα «διαίρει και βασίλευε» και τον απόλυτο έλεγχο του χρήματος. Η Fatah, η οργάνωσή του, μετατράπηκε με τα χρόνια σε έναν δαιδαλώδη μηχανισμό διαφθοράς. Τα δισεκατομμύρια της διεθνούς βοήθειας και των αραβικών επιχορηγήσεων κατέληγαν σε μυστικούς τραπεζικούς λογαριασμούς στην Ελβετία, τους οποίους ήλεγχε προσωπικά ο ίδιος, χρησιμοποιώντας τους για να αγοράζει τη νομιμοφροσύνη των τοπικών πολέμαρχων και να εξουδετερώνει τους εσωκομματικούς του αντιπάλους.
Όταν το 1993 υπέγραψε τη Συμφωνία του Όσλο, ο Αραφάτ πίστεψε ότι θα μετατραπεί από αντάρτης σε αναγνωρισμένο αρχηγό κράτους. Η επιστροφή του στα παλαιστινιακά εδάφη αποκάλυψε το αδιέξοδο. Η νεότερη γενιά των Παλαιστινίων, μεγαλωμένη μέσα στην εξαθλίωση της πρώτης Ιντιφάντα, είδε την Παλαιστινιακή Αρχή του Αραφάτ ως έναν αυταρχικό, διεφθαρμένο μηχανισμό που λειτουργούσε ως ο «εργολάβος ασφαλείας» του Ισραήλ. Για να πνίξει την κριτική των μαρξιστικών οργανώσεων (PFLP) και την άνοδο των ισλαμιστών της Χαμάς, ο Αραφάτ δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει τις διαβόητες υπηρεσίες ασφαλείας του, γεμίζοντας τις φυλακές της Γάζας και της Ιεριχούς με Παλαιστίνιους αντιφρονούντες.
Όταν η στρατηγική του Όσλο κατέρρευσε οριστικά στο Καμπ Ντέιβιντ το 2000, ο Αραφάτ έκανε τον τελευταίο, απεγνωσμένο ελιγμό του: άναψε το πράσινο φως για τη Δεύτερη Ιντιφάντα, επιστρέφοντας στη γλώσσα της βίας για να διασώσει την υστεροφημία του.
Το τέλος του το 2004, αποκλεισμένος από τα ισραηλινά τανκς στο μισογκρεμισμένο αρχηγείο του στη Ραμάλα, ήταν η τελευταία του πράξη σκηνοθεσίας. Πέθανε όπως έζησε: εγκλωβισμένος στις δικές του ισορροπίες, αφήνοντας πίσω του έναν λαό χωρίς κράτος, μια ηγεσία βουτηγμένη στη διαφθορά, αλλά και μια keffiyeh που, παρά τη σήψη του μηχανισμού του, παρέμεινε το αθάνατο σύμβολο μιας ανοιχτής ιστορικής πληγής.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου